Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συλλυπούμαι
- απόδοση: εκφράζω θλίψη λόγω πένθους σε κάποιον κατά τρόπον γραπτό ή προφορικό / εκφράζω δυσαρέσκεια με ειρωνική διάθεση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
την συλλυπήθηκε για τον θάνατο της μητέρας της δια τηλεφώνου





