Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υποκαθιστώ
- απόδοση: παίρνω την θέση κάποιου άλλου προκειμένου να παίξω το ρόλο του / αντικαθιστώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
υποκατέστησε επαξίως την προόρως θανούσα μητέρα





