Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προφυλακίζω
- απόδοση: φυλακίζω κατηγορούμενο προ της διεξαγωγής της δίκης που τον αφορά
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
προφυλακίσθηκε επί μακρόν στις φυλακές Αγίου Στεφάνου





