Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παραμελώ
- απόδοση: αμελώ / δεν φροντίζω δεν εκδηλώνω ενδιαφέρον για κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
παραμελεί επαγγελματικές υποχρεώσεις αδιαφορώντας για τις συνέπειες





