Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συγκολλώ
- απόδοση: συνδέω αντικείμενα μεταξύ τους ή τμήματα αυτών με χρήση συγκολλητικής ουσίας / συνδέω διαφορετικά μεταξύ τους πράγματα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επιδιώκει να συγκολλήσει παραστάσεις προκειμένου να διαμορφώσει πλήρη εικόνα της καταστάσεως





