Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συνεπικουρώ
- απόδοση: προσφέρω υποστήριξη σε συνεργασία με άλλο ή άλλους
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ως ειδικού αντικειμένου τεχνική εταιρεία συνεπικουρεί στην αναδημιουργία του οικοδομήματος





