Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εναρμονίζω
- απόδοση: προσαρμόζω σε μελωδικό θέμα την πρέπουσα μουσική αρμονία / μεταβάλλω προσαρμόζοντας κάτι προκειμένου να μην συγκρούεται με κάτι άλλο προκειμένου να ταιριάζει / συντονίζω μεταξύ τους ενέργειες
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η χώρα εναρμονίσθηκε πλήρως με την ευρωπαϊκή νομοθεσία





