Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ανεμοδέρνω
- απόδοση: παλεύω με τον άνεμο / παλεύω με αντίξοες περιστάσεις / βασανίζομαι / ταλαιπωρούμαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ανεμοδέρνει ο δυστυχής προκειμένου να συντηρήσει την οικογένειά του





