Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
απαλλοτριώνω
- απόδοση: εξαγοράζω ως δημόσια αρχή & έναντι καθορισμένης αποζημίωσης την ακίνητη περιουσία ατόμου ή συνόλου για λόγους δημόσιας ανάγκης ή ωφέλειας ακολουθώντας την προβλεπόμενη νομοθεσία
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
απαλλοτριώθηκε πλήθος ακινήτων προκειμένου να διέλθει η Αττική Οδός





