Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παραλληλίζω
- απόδοση: καθιστώ κάτι παράλληλο με κάτι άλλο / προσεγγίζω κάτι σε κάποιο άλλο προκειμένου να συγκρίνω να εξετάσω να παραβάλλω να καταγράψω ενδεχόμενες ομοιότητες ή ανομοιότητες
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αρκετοί διανοούμενοι παραλληλίζουν την φανατική αφοσίωση στο ποδόσφαιρο με την θρησκευτική πίστη





