Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
μειοδοτώ
- απόδοση: προσφέρω την χαμηλότερη τιμή δια της συμμετοχής μου σε μειοδοτικό διαγωνισμό / φέρομαι υπερβολικά υποχωρητικά ή με λιγότερες απαιτήσεις έναντι άλλου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εξασφάλισε την ανάθεση του έργου μειοδοτώντας σε διαγωνισμό του δημοσίου





