Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξεγείρω
- απόδοση: παρακινώ σε εξέγερση σε επαναστατική ενέργεια / ξεσηκώνω / προκαλώ θυμό με έντονη αντίδραση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εξεγέρθηκε η πλειονότητα των εγκλείστων στις φυλακές Αγίου Στεφάνου





