Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αναψηλαφώ
- απόδοση: ερευνώ κάτι εκ νέου πολύ προσεκτικά / ενεργώ με αναψηλάφηση δικαστικής υπόθεσης
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αναψηλάφησε την υπόθεση με εντυπωσιακά αποτελέσματα





