Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παρελαύνω
- απόδοση: συμμετέχω σε παρέλαση / περνώ διαδοχικά από παρουσίαση πλήθους ανθρώπων
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οι μηχανοκίνητες μονάδες δεν παρήλασαν λόγω οικονομικών δυσκολιών





