Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
βιοπορίζομαι
- απόδοση: εξασφαλίζω τα υλικά μέσα επιβίωσης δια μέσου προσωπικής εργασίας
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
βιοπορίζεται ασκώντας το επάγγελμα του εκτελωνιστή στην Πάτρα





