Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καταχρώμαι
- απόδοση: ενεργώ δια καταχρήσεως / ιδιοποιούμαι χρηματικό ποσό του οποίου μου έχουν αναθέσει τη φύλαξη ή τη διαχείριση / υπεξαιρώ κάτι / ενεργώ με υπερβολική & κακή χρήση δικαιώματος που μου παρέχεται / εκμεταλλεύομαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
βέβαιον ότι καταχράστηκε την εμπιστοσύνη του
φημολογείται πως καταχράστηκε ικανό ποσό από το ταμείο της εργοδότριας επιχείρησης





