Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υπεξαιρώ
- απόδοση: ιδιοποιούμαι ξένα περιουσιακά στοιχεία των οποίων μου έχει ανατεθεί η φύλαξη ή η διαχείριση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
υπεξαίρεσε ικανό χρηματικό ποσό & κατέληξε έγκλειστος στις φυλακές Αμφίσσης επί μακρόν χρονικό διάστημα





