Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ιδιοποιούμαι
- απόδοση: κατά τρόπον αυθαίρετο κάνω χρήση σε κάτι ως κάτοχος αυτού προκειμένου να ωφεληθώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ιδιοποιήθηκε σοβαρό χρηματικό ποσό της βιοτεχνίας που διετέλεσε ταμίας





