Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παρεμβαίνω
- απόδοση: παρεμβάλλομαι / μεσολαβώ δια της συμμετοχής μου σε διαδικασία προκειμένου να αποκαταστήσω ή να συμβιβάσω κατάσταση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ο Πρωθυπουργός & ο αρμόδιος υπουργός κατηγορήθηκαν ότι παρενέβησαν στο έργο της Δικαιοσύνης
τελικώς παρενέβη υπέρ της Ιταλικών συμφερόντων εταιρείας
τον κάλεσε να παρέμβει δυναμικά υπέρ του





