Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παρατάσσω
- απόδοση: τοποθετώ πράγματα ή πρόσωπα σε σχηματισμό με ορισμένη τάξη / διατυπώνω κάτι σε μία κανονική σειρά παρουσιάζοντας το εν μετά του άλλου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εξέπληξε τους πάντες παρατάσσοντας σειρά σοβαρών επιχειρημάτων
το τάγμα παρατάχθηκε για την προγραμματισμένη επιθεώρηση





