Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υποτάσσω
- απόδοση: αναγκάζω άτομο ή σύνολο να τεθεί σε κατάσταση εξάρτησης από εμέ κυρίως με χρήση σωματικής ή ψυχολογικής βίας / υποδουλώνω / εξουσιάζω / εγκαταλείπω αγώνα αποδεχόμενος δυσάρεστη δια εμέ κατάσταση / ιεραρχώντας & αξιολογώντας κάτι το κρίνω ως δευτερεύον
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αν & ιερωμένος αδυνατεί να υποτάξει τις σαρκικές επιθυμίες του
κατά κανόνα υποτάσσει το προσωπικό συμφέρον προς χάριν του κοινού
ο άνθρωπος κατάφερε να υποτάξει εν μέρει τη φύση δια της τεχνολογίας
ουδέποτε οι Πέρσες κατάφεραν να υποτάξουν το Ελληνικό στοιχείο





