Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υπαγορεύω
- απόδοση: εκφωνώ με δυνατή φωνή & αργό ρυθμό κείμενο προκειμένου κάποιος να το γράψει / υποδεικνύω & κατ΄ επέκταση επιβάλλω τρόπο ενεργείας επί ηθικών ή άλλων θεμάτων
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
απρόθυμος να του υπαγορεύσει ορθά το κείμενο
η οικονομική δυσπραγία υπαγόρευσε την άμεση λήψη μέτρων
πράττει αυτό που του υπαγορεύουν οι πεποιθήσεις του





