Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προσπερνώ
- απόδοση: κατά την διάρκεια πορείας ενεργώ με προσπέρασμα προπορευόμενου οχήματος / δεν ασχολούμαι με κάτι που το θεωρώ ασήμαντο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ευχής έργον να προσπερνά ο καθένας εξ ημών τα ασήμαντα της καθημερινής ζωής





