Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
δυσπραγώ
- απόδοση: αντιμετωπίζω δύσκολη κατάσταση κυρίως οικονομικής φύσεως
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
παραμένει άνεργος με αποτέλεσμα να δυσπραγεί σε αφόρητο βαθμό





