Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συντονίζω
- απόδοση: κατευθύνω ενέργειες προερχόμενες από διάφορα άτομα ή πηγές οι με κοινό σκοπό / ρυθμίζω ιδιοσυχνότητες / αναφερόμενοι στην αρμονική αλληλοεπίδραση οργάνων
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κατάφερε & συντόνισε το έργο πυρόσβεσης με εντυπωσιακό χειρισμό κινήσεων





