Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
τελματώνω
- απόδοση: οδηγώ κάτι σε στασιμότητα / προκαλώ κατάσταση τέλματος σε άτομο ή σύνολο ατόμων
- συγγενές: τελματώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η ανεργία αποτελεί κατάσταση που τελματώθηκε καταλήγοντας σε οικονομική δυσπραγία





