Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
νομοθετώ
- απόδοση: συντάσσω νόμους / καθορίζω δια νόμου / έχω σύστημα νόμων
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η Κυβέρνηση υποσχέθηκε να νομοθετήσει επί του θέματος εντός τους προσεχούς διμήνου





