Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποκάνω > αποκάμνω
- απόδοση: αποπερατώνω / αποτελειώνω / φθάνω σε αποτέλεσμα / εξαντλούμαι από την κόπωση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
μην ανησυχείς διότι η δουλειά που ζήτησες είναι από ώρα αποκαμωμένη





