Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συνωθώ
- απόδοση: πιέζω & πιέζομαι από πλήθος ατόμων ευρισκόμενος σε περιορισμένο χώρο / συνωστίζομαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οι επιβάτες συνωθούνται στους συρμούς του μετρό μετακινούμενοι στην Αθήνα & πέριξ αυτής





