Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αναμειγνύω
- απόδοση: ανακατεύω ουσίες ή υλικά σε μορφή διαλύματος ή πολτού / παρακινώ άτομο ή ομάδα ατόμων να συμμετάσχει σε συνήθως παράνομη δραστηριότητα / συμμετέχω / ανακατεύομαι σε κάτι / συνδέω ανόμοια πράγματα τα χωρίς μεταξύ τους συνάφεια
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αναμείχθηκε στην υπόθεση & κατέληξε δαρμένος & δη αγρίως
τον ανέμειξαν στην αγορά εξοπλισμού & κατέληξε να ενοχοποιηθεί για απιστία





