Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συμβουλεύω
- απόδοση: εκφράζω γνώμη για ενέργεια ή συμπεριφορά & συνάμα παρακινώ τον δεχόμενο να την ακολουθήσει / δίνω συμβουλή / ζητώ την συμβουλή κάποιου προτού ενεργήσω / ζητώ πληροφοριακά στοιχεία από κάποιο έντυπο σχέδιο ή όργανο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τον συμβουλεύεται κατά καιρούς ιδίως σε θέματα λεπτής φύσεως





