Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποκόπτω
- απόδοση: αποχωρίζω τμήμα εκ συνόλου / αποσπώ & απομακρύνω μέρος από ένα σύνολο / χωρίζω / απομονώνω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
απέκοψε σε εργατικό ατύχημα το άκρον του αριστερού βραχίονα
ζει αποκομμένος από το συγγενικό περιβάλλον
√ απόδοση: απομονωμένος
λόχος αποκόπηκε από το εχθρικό στράτευμα καταλήγοντας σε αιχμαλωσία





