Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ανανεώνω
- απόδοση: αντικαθιστώ κάτι το παλαιό με καινούργιο / μεταβάλω ριζικά / αντικαθιστώ ηλικιωμένο πρόσωπο με νέο που προσφέρει δυναμικότητα / προσφέρω νέα σωματική δύναμη / επαναλαμβάνω κάτι που είχε ατονήσει / παρατείνω την ισχύ σύμβασης
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
έδειξε ενδιαφέρον να ανανεώσει το μισθωτήριο συμβόλαιο
η εν λόγω κρέμα ανανεώνει την επιδερμίδα
η παραμονή στην εξοχή του ανανέωσε τον οργανισμό
μετά πάροδο ετών ανανέωσαν την σχέση τους





