Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
απεικονίζω
- απόδοση: περιγράφω με εικαστικά μέσα κάτι που υπάρχει ή συμβαίνει σε μία δεδομένη χρονική στιγμή / εκφράζω με παραστατικότητα τις βαθύτερες σκέψεις μου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ο καλλιτέχνης απεικόνισε δια της ζωγραφικής το τραγικό ναυάγιο
το πρόσωπό της απεικονίζει τα αισθανόμενα συναισθήματα





