Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ιδρύω
- απόδοση: ενεργώ για να λάβει κάτι υπόσταση / θέτω τις βάσεις για να υπάρχει κάτι / συγκροτώ σύνολο ατόμων / κατασκευάζω / οικοδομώ δημιουργώ πόλη εξ υπαρχής
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επί των ημερών του ιδρύθηκε το πρώτο Ελληνικό Πανεπιστήμιο
πρόκειται για τον ιδρυτή αθηναϊκού φιλοτελικού συλλόγου
το προάστιο ιδρύθηκε από πρόσφυγες προερχόμενους από την Μικρά Ασία





