Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ανασυνδέω
- απόδοση: συνδέω εκ νέου / ενώνω αποχωρισμένα πράγματα / αναδημιουργώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ανασύνδεσε το κατεστραμμένο κηροπήγιο κατά τρόπον επιτυχή





