Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ανασυντάσσω
- απόδοση: συντάσσω εκ νέου κάτι με σκοπό την βελτίωση αυτού
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ο αρχιστράτηγος ανασύνταξε το στράτευμα & επιτέθηκε στις εχθρικές δυνάμεις





