Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποκρούω
- απόδοση: αντιμετωπίζω επιτυχώς εις βάρος μου επίθεση δια ενεργειών δια του λόγου ή σε άθλημα / ανακόπτω επιθετική ενέργεια εις βάρος μου / αντικρούω επιχειρήματα / αρνούμαι κάτι το προσφερόμενο ή προτεινόμενο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αν & ευειδής απέκρουσε τον έρωτά της
απέκρουσε επιτυχώς ένα προς ένα τα προβαλλόμενα επιχειρήματα
η εχθρική επίθεση αποκρούσθηκε με βαρύτατες απώλειες





