Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
απλουστεύω
- απόδοση: μετατρέπω κάτι το σύνθετο σε απλό ή απλούστερο / απλοποιώ κάτι / δίνω σε κάτι μορφή ή περιεχόμενο απλοϊκό έως αφελές
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ίδιον της σκέψεώς του να περιπλέκει το πρόβλημα αντί να το απλουστεύει
πρόθεση της Κυβέρνησης να απλουστεύονται οι διαδικασίες χρηματοδότησης νεοπαγών επιχειρήσεων





