Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
απλοποιώ
- απόδοση: μεταβάλω κάτι σύνθετο ή πολύπλοκο σε απλό ή απλούστερο / για φθόγγο που ανήκει σε σύμπλεγμα & δέχεται σίγηση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τα ανθρώπινα δημιουργήματα απλοποιούν την ζωή μας





