Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
απασφαλίζω
- απόδοση: αφαιρώ την ασφάλεια μηχανισμού κυρίως πυροβόλου όπλου ώστε να είναι διαθέσιμο για βολή
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
απασφάλισε την χειροβομβίδα την οποία & χειροβόλησε προς τις εχθρικές γραμμές





