Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ανασκαλεύω
- απόδοση: σκαλίζω / μετακινώ το περιεχόμενο κάποιου πράγματος ψάχνοντας για κάτι / ερευνώ / εξετάζω / ασχολούμαι με κάτι περασμένων χρόνων φέρνοντας αυτό στην επιφάνεια
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ζωηρό παιδάκι που αρέσκεται να ανασκαλίζει τσάντες & πορτοφόλια





