Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκτοξεύω
- απόδοση: ρίχνω κάτι προς ορισμένη κατεύθυνση με ορμητικότητα / επιτίθεμαι λεκτικά εναντίον κάποιου / αναφερόμενοι σε κάτι που αυξάνεται υπερβολικά & απότομα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εκτόξευσε ύβρεις εναντίον του γείτονος κατά τρόπον απαράδεκτο





