Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξευγενίζω
- απόδοση: προάγω κάτι από άποψη πνευματική ή ηθική / εκπαιδεύω κάποιον να φέρεται με τρόπους κοινωνικά αποδεκτούς / βελτιώνω με επιστημονική μέθοδο είδος του φυτικού ή ζωικού κόσμου / βελτιώνω τις ιδιότητες ενός προϊόντος
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αν & ταπεινής καταγωγής ως φοιτητής της Νομικής κατέληξε να εξευγενισθεί
η σοβαρή μουσική εξευγενίζει τους ακροατές της
η συναναστροφή με το νέο κοινωνικό περιβάλλον της συνεχώς την εξευγενίζει





