Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παραπέμπω
- απόδοση: διαβιβάζω κάτι κάπου προς εξέταση ή μελέτη αυτού / διαβιβάζω υπόθεση ή άτομο σε αρχές για εξέταση ανάκριση ή εκδίκαση / κατευθύνω την σκέψη ή την μνήμη κάποιου σε κάτι / ενεργώ με παραπομπή επί γραπτού κειμένου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η υπόθεση καταχρήσεως περιουσιακών στοιχείων παραπέμφθηκε στις ανακριτικές αρχές
ο συγγραφέας παραπέμπει πολλάκις σε πατερικά κείμενα
ο υπουργός παρέπεμψε τους ανταποκριτές εφημερίδων σε προηγούμενη αναφορά του
το αίτημα παραπέμφθηκε στον διευθυντή λογιστηρίου της εταιρείας





