Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αδράχνω
- απόδοση: παίρνω κάτι βίαια / αρπάζω / συγκλονίζω / συνεπαίρνω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
άδραξε τα κουπιά κωπηλατώντας ορμητικά έως που χάθηκε από τον ορίζοντα
επιδίωξή του να αδραχτεί ψυχικά από την θρησκεία
τον άδραξε από τον λαιμό απειλώντας αυτόν με μάχαιρα





