Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
φυραίνω
- απόδοση: μειώνομαι κατά τον όγκο ή το βάρος, / συρρικνώνομαι / συστέλλομαι / μειώνεται η πνευματική μου ικανότητα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
μη κρίνεις αυστηρά το άτομό του διότι γέρασε & φύρανε ο νους του





