Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παραγκωνίζω
- απόδοση: διακόπτω την εξέλιξη ατόμου / υποσκελίζω κάποιον / τον θέτω στο περιθώριο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τον παραγκώνισε προκειμένου να μην ανέλθει στην ιεραρχία του εν λόγω κόμματος





