Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διεγείρω
- απόδοση: προκαλώ αντίδραση δια ερεθίσματος που ενεργοποιεί φυσική ή νοητική λειτουργία / προκαλώ συναισθηματική ή ψυχική κατάσταση / προκαλώ σεξουαλική επιθυμία
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η οσμή του φαγητού του διέγειρε την όρεξη
με εμπρηστικά συνθήματα διέγειρε το συγκεντρωμένο πλήθος
το λίκνισμα του κορμιού της διεγείρει τους άνδρες





