Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
οργώ
- απόδοση: κατέχομαι από σφοδρή σαρκική ορμή / επιδίδομαι σε κάτι με μεγάλο ζήλο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οργά ο γάτος της γειτονιάς επιδιδόμενος σε φωνασκίες





